Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012

Η γκόμενα που ξέπεσε" της Τζίνας Δαβιλά (http://www.protagon.gr/)

http://www.protagon.gr/Default.aspx?tabid=191&returnurl=%2fDefault.aspx%3ftabid%3d57

Η γκόμενα που ξέπεσε

της Τζίνας Δαβιλά (http://www.protagon.gr/)

15/01/2012
 Θλιβερή κατρακύλα η μορφή γυναικάρας που περπατούσε και έτριζαν τα πεζοδρόμια, η μορφή 60χρόνης που δεν ωρίμασε το μέσα της, δεν αγάπησε τον χρόνο της, δεν αγάπησε την ψυχή της και το κορμί της με τα λάθη του, τις ρυτίδες του, τη χαλάρωσή του. Η γκόμενα που χαμογελούσε και τα αρσενικά έσκαγαν μύτη από τις γωνιές για να θαυμάσουν την ομορφιά και την ηδονή που δεν είχαν. Η γυναικάρα που έπαιζε το βλέμμα φιλήδονα και οι μάγκες της άναβαν το τσιγάρο. Η γκόμενα που σήμερα βγάζει οίκτο, θλίψη, δάκρυ και πόνο. Γυρνά πια με κατακόκκινα χείλη που έχουν ξεφουσκώσει από τον χρόνο και τρέχει το κραγιόν από τις ρυτίδες του στόματος που σχηματίζουν σούφρωμα. Αποφεύγει να γελάσει, γιατί τα μάτια της σκάβουν τα μάγουλα μέχρι τ’αυτιά. Τραβά, διαρκώς, με τα ταλαιπωρημένα δάχτυλά της τα φρύδια ψηλά, γιατί χαλάρωσαν τα βλέφαρα από το χρόνο. Ξέχασε πως έκανε ελαφρώς κοιλίτσα και εξακολουθεί να φορά τα θεόστενα φορέματα, τα θεόστενα παντελόνια με τις εφαρμοστές μπλούζες. Βάφει κατάμαυρα τα μακριά μαλλιά που έχουν ξεφτίσει στις άκρες τους οι τρίχες. Αραίωσαν οι τούφες, διάφανο πια το κρανίο και εκείνη εκεί, να επιμένει να τα συντηρεί μέχρι την άκομψη μέση της. Προσπάθησε να ξεχάσει τον χρόνο που πέρασε και επιμένει να δείχνει παιδούλα, για να διεκδικήσει ένα βλέμμα θαυμασμού που πάντα - ή σχεδόν πάντα - είναι βλέμμα λύπης, αποδοκιμασίας, χλευασμού. «Μεγάλωσε πια, ξέρεις τι γυναικάρα ήταν στα νιάτα της; Συγκλονιστική!» λένε οι άντρες μεταξύ τους.
Περιφέρεται αδιάφορα για να νοιώσει δυνατή, ποθητή, ουσιαστική, υπέροχη, δροσερή, αλλά έχει χάσει στα σημεία. Την αίγλη της την άρπαξε από τα μαλλιά και την έκανε σημαία για το τώρα, το δικό της χθες. Καταχράστηκε το θηλυκό της βλέμμα για να αυξήσει το κασέ της, υλικό και ψυχικό, σε βαθμό που την άδειασαν όλοι και όλα. Δεν φρόντισε να σεβαστεί τους έρωτές της, να τους τοποθετήσει εκεί που τους άξιζε, να τους λατρέψει και να τους ευγνωμονήσει, όπως τους έπρεπε, για ό,τι της πρόσφεραν: για τα ταξίδια και τις στιγμές, για τους χορούς και τα τραγούδια, για τα κρασιά στα κολονάτα ποτήρια ή τη ρετσίνα στα γραφικά ταβερνάκια του τόπου της. Δεν εκτίμησε τον έρωτα που της έκαναν, δεν τον αφουγκράστηκε, όπως του άξιζε, ένοιωσε πως πάντα θα είχε τους άνδρες να τρέχουν στη ουρά για να χαθούν στα σκέλια της, να γευτούν το επίχρισμά της. Η αλαζονεία της ηλικίας ή η μαλακία του εγκεφάλου της; Η επιπολαιότητα της πίστης στην αιωνιότητα ή η απουσία του ρεαλισμού; Οι κόλακες που δεν την άφησαν να ωριμάσει ή η δική της έμφυτη ανωριμότητα; Ίσως τίποτα από τα αυτά, ίσως όλα μαζί.  

Προσπαθεί με κόλπα να κατακτήσει την παλιά της αίγλη. Κάνει εκπτώσεις, προσφορές, δείχνει χαρούμενη και προσιτή, κάθε που κάποιος θα της απευθύνει το λόγο, είναι παράτολμα και άσεμνα φτηνή για να μαζέψει τους παλιούς θαυμαστές της. Κι όμως, όλοι φεύγουν από κοντά της με την πίκρα της απάτης και του μισού. Και δεν θέλουν να μιλήσουν για τη νύχτα που τους πρόσφερε, γιατί είχε μισή ποιότητα, κακό κρασί και πολύ ξεπεσμό. Μαραζωμένα σχεδόν όλα πάνω της. Από το βλέμμα μέχρι τα μισοβαμμένα νύχια των ποδιών.

«Κούκλα, θέλεις να κάνεις μια επέμβαση να έρθεις στα ίσια σου; Έχω έναν καλό φίλο…» ρωτά ένας χοντρός, σιχαμένος επιχειρηματίας, λαμόγιο της συμφοράς. «Ναι», απάντα ο ‘θρύλος’ ξεψυχισμένα. Και γίνεται η επέμβαση… Δεν είναι δια χειρός Φουστάνου (λέμε τώρα), αλλά κάποιου κομπογιαννίτη που παίρνει κάτω από το τραπέζι τα μισά που θα έπαιρνε ένα μαγκιόρος χειρουργός. Και να σου η γκόμενα, χειρότερη από ποτέ. Παραφουσκωμένα χείλη, την ανιούσα τα πεσμένα φρύδια, τραβά λίγο παραπάνω το δεξιό της μάτι, δεν μπορεί εύκολα να αρθρώσει τις λέξεις, αλλά δεν βαριέσαι, όλα καλά, νοιώθει ότι θα την κοιτούν πιο ευχάριστα. Το τραγικό αποτέλεσμα: η έλλειψη αισθητικής, σεβασμού, γνώσης και έρωτα την κάνουν ένα έκτρωμα που δεν θέλουν να αντικρίζουν οι δικοί της, κοντινοί και μακρινοί.

-«Κρίμα», σιγοψιθυρίζουν,
-«Κακώς» κεραυνοβολούν κάποιοι άλλοι,
-«Τι παπαριές πάς και κάνεις», κρίνουν οι τρίτοι.

Η γκόμενα, όμως, δεν μπορεί να γυρίσει πίσω στις δικές της ρυτίδες, είναι αργά. Και μένει εκεί, σαν βαλσαμωμένο κουφάρι, να γελά στραβά και να κλαίει μέσα της γοερά. Για τη δόξα που είχε και τον ξεπεσμό που έχει. 

Υγ 1ο : «Σαν γκόμενα που ξέπεσε που μοιάζει η Ρόδος» Ειπώθηκε από το Γιάννη, φίλο του θεάτρου, της ζωής, της αξιοπρέπειας, της δημιουργίας. Προχθές στη συνάντηση που είχαν οι φίλοι και «φίλοι» του Εθνικού Θεάτρου Ρόδου. Πρόκειται για ένα από τα ομορφότερα κτήρια της Βαλκανικής Χερσονήσου, δημιούργημα των Ιταλών. Το Εθνικό Θέατρο είναι κλειστό από το 2000 που έχω έρθει στο νησί. Η δημοτική αρχή Ρόδου επιμένει πως πρέπει να δοθεί σε ιδιώτη και να ακολουθηθεί η γνώριμη διαδικασία των διαγωνισμών προκειμένου να αναστηθεί. Άραγε, ποιος αγαπά περισσότερο έναν τόπο, εκείνος που γεννήθηκε σε αυτόν ή εκείνος που επιλέγει να  επενδύσει; Και ποιος είναι ο μεγαλύτερος εχθρός: η άγνοια ή η έλλειψη αισθητικής; Και πού να στρέψω το βλέμμα για να βρω τη λύση: στους βαρύγδουπους λόγους των πολιτικών ή σε πέντε δέκα προλετάριους της Τέχνης και της Δημιουργίας που παλεύουν;

Υγ 2ο : Το Νοσοκομείο Ρόδου είναι το ίδιο στην Εντατική. Σε κώμα… Συγγνώμη, κύριοι, πού είστε;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

αφήστε το σχόλιό σας