Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011

Σαράντα δύο και κάτι λεπτά" της Τζίνας Δαβιλά πηγή: www.protagon.gr


Ένα ψέμα. Δεν θέλει πολύ το ένα να γίνει πολλά. Ένας ολόκληρος κόσμος είναι βουτηγμένος στο ψέμα. «Υπάρχω μόνο μεταμφιεσμένος» λέει ο Πεσσόα. Μόνο μεταμφιεσμένος. Για τους άλλους; Όχι βρε. Ποιος ασχολείται με τους άλλους; Για τον ίδιο μου τον εαυτό. Στον εαυτό μου λέω ψέματα. Για σένα, για μένα, για αυτό που θέλω και δεν θέλω να το θέλω. Για ό,τι δεν θέλω, αλλά θέλω να με τυραννά. Για όλα αυτά που σου λέω ψιθυριστά για να μην τ’ ακούσω εγώ. Ή στα λέω φωναχτά για να μου τρυπήσουν τα αυτιά και με ξυπνήσουν από το μικρό μου βρώμικο μυστικό. Αυτό που είναι τυλιγμένο με το πέπλο της αγνότητας . «Το μεγαλύτερο απ’ όλα τα ψέματα του σύγχρονου κόσμου είναι το ψέμα της αγνότητας και του μικρού βρώμικου μυστικού». Ό,τι μπορεί να με τυραννά και να μην το χω καταλάβει. Ή να μην θέλω να το δω.
Σαράντα-δύο και κάτι λεπτά. Μου χρωστάει ο χρόνος. Ό,τι κράτησα εγκλωβισμένο, κατσουφιασμένο, θολό με εκδικείται. Σαράντα-δύο και κάτι λεπτά. Τα χνάρια του χρόνου που του χρωστώ τα πάντα, τη διάσταση που αγαπάω και δεν φοβήθηκα ποτέ, που μ’έφτιαξε, με χάλασε, με κανάκεψε, με παραμύθιασε, με ταρακούνησε, με ξύπνησε και με σημάδεψε δια βίου, αυτά τα χνάρια κάνουν θόρυβο. «Έλα, μου λένε, πέρασαν τα λεπτά. Εσύ εκεί. Ακόμα εκεί;».
Ακατάλληλο τοπίο και τελεσίγραφο; Το γύρω μου ή το μέσα μου; Κουνήσου λοιπόν. Κατακαλόκαιρο και εσύ  πάντα μέσα στη χειμωνιά με τα αντίγραφα που λέει και ο Μάνος. Δικό μου; Δικό σου; Γύρω-γύρω τα ψέματα στολίδια φωτεινά και λουστραρισμένα. Με τη συνείδηση στο φουλ, την αυτοσυνείδηση να σου χτυπά διακριτικά την πόρτα να ψάχνεις να βρεις τα κλειδιά να της ανοίξεις, να είναι χαμένα, να κάνεις απέλπιδες προσπάθειες να  τα βρίσκεις και να χάσκουν τα συναισθήματα από την ένδειά σου που νόμισες πως τα χεις βολέψει όλα μια χαρά. ‘Βολέψει’. Ύβρις η λέξη από μόνη της. Προδοσία. Σε μένα . Για ό,τι πίστεψα πως έχω αξιωθεί και ό,τι διαπιστώνω πως ξεπούλησα. Νόμιζα πως νοιαζόμουν για μένα και πως έχω κατακτήσει, η ανόητη, την ελευθερία μου, για να μου κουνήσει η συνείδησή αντιπαθητικά το δάχτυλο και να με ξεγυμνώσει: «παπάρια επίθεση έκανες στα ψέματα που σε δένουν και σε περιγελούν», μου λέει. Μου’ ρχεται να δαγκώσω όχι το δάχτυλο, το χέρι ολόκληρο.
Σαράντα – δύο και κάτι λεπτά. Ένα ανοιγοκλείσιμο του ματιού στο ασταμάτητο του Χρόνου. Πόσα λεπτά χαμένα, πόσα αδίκως σπαταλημένα, πόσα αδίκως εκτιμημένα, αδίκως δακρυσμένα, δικαίως τυραννισμένα και σφηνωμένα στο μυαλό μου. Δικαίως ή αδίκως βασάνισαν την ψυχή μου. Και πού να πάρει η ευχή τα αγαπάω, όλα, ένα προς ένα τα σαράντα-δύο χρόνια και κάτι λεπτά, ούτε καν δηλαδή στο συν, στο παρά κάτι είναι. Είναι δικά μου με τα λάθη μου, τους φόβους μου, τις ανασφάλειές μου, τις ανόητες φοβίες μου,  τους ανεπίδοτους και ανολοκλήρωτους έρωτές μου, τις μορφές, ψυχές, συμπεριφορές που αγάπησα, καταχώνιασα και λυπήθηκα για τις σελίδες που έσκισα. Ναι έσκισα όχι ό,τι μισώ – δεν υπάρχει κάτι να μισώ- σκίζω ό,τι αδιαφορώ, δεν υπάρχει, δεν το βλέπω πια. Ώρες-ώρες όμως θυμάμαι. Μέσα στο μικρό μου βρώμικο μυστικό που πηγαινοέρχεται από το ψέμα στην αλήθεια και δεν καταφέρνει πάντα να ανασάνει ελεύθερα, στα σαράντα δύο χρόνια παρά κάτι λεπτά, άγγελοι με δαιμόνιο πρόσωπο και δαίμονες με αγγελικό με μπέρδεψαν. Και ακόμα με μπερδεύουν. Τίποτα δεν έμαθα. Δεν βαριέσαι. Ας είμαι μια χούφτα λάθη. Η τελειότητα με τρομάζει.  

Υγ: γιατί τα γράφω αυτά; Για το «ξεκόλλα» που άκουσα στο τηλέφωνο χθες βράδυ και αυτό που έστειλε για να μου ευχηθεί ο Αλέκος με τη φράση: «Αχ! τι θα γίνει ετούτο το παιδί...Χρόνια του-σου πολλά».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

αφήστε το σχόλιό σας